xristianorthodoxipisti.blogspot.gr ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΚΕΙΜΕΝΑ / ΑΡΘΡΑ
Εθνικά - Κοινωνικά - Ιστορικά θέματα
Ε-mail: teldoum@yahoo.gr FB: https://www.facebook.com/telemachos.doumanes

«...τῇ γαρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διά τῆς πίστεως· και τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ἐπι ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεός ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν...» (Εφεσίους β’ 8-10)

«...Πολλοί εσμέν οι λέγοντες, ολίγοι δε οι ποιούντες. αλλ’ούν τον λόγον του Θεού ουδείς ώφειλε νοθεύειν διά την ιδίαν αμέλειαν, αλλ’ ομολογείν μεν την εαυτού ασθένειαν, μη αποκρύπτειν δε την του Θεού αλήθειαν, ίνα μή υπόδικοι γενώμεθα, μετά της των εντολών παραβάσεως, και της του λόγου του Θεού παρεξηγήσεως...» (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής p.g.90,1069.360)

ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ Η ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ ? Ἰωνάς καί Νινευίτες (Ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος)

ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ  Η  ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ ? Ἰωνάς καί Νινευίτες (Ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος)
Ἐνας συγκλονιστικός λόγος τοῦ κατανυκτικότατου ὁσίου Ἐφραίμ του Σύρου. Ἕνας λόγος μέ καυτή ἐπικαιρότητα, μιά καί ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα ζεί σήμερα στήν κατάσταση τῆς Νινευή: Σέ κατάσταση ἀνταρσίας ἀπέναντι στό Θεό καί τό νόμο Τοῦ... Ἄς ξυπνήσουμε ὅλοι οἱ σύγχρονοι Νινευΐτες ἀπό τήν πνευματική μας νάρκη καί ἄς ἑτοιμαστοῦμε».

Γνωστή στούς περισσότερους εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ προφήτη Ἰωνά΄ γνωστή καί χαριτωμένη καί διδακτική. Γιά τόν προφήτη, ἐκτός ἀπό τό ἐπεισόδιο πού περιγράφεται στό ὁμώνυμο βιβλίο τῆς Παλαιάς Διαθήκης, τίποτε ἄλλο δέν γνωρίζουμε, παρά μόνο ὅτι ἦταν γιός τοῦ Ἀμαθεῖ, ἀπό τή φυλή Ζαβουλῶν, καί ἔζησε τόν 8ο αἰώνα π.Χ. Σύμφωνα μέ τό βιβλίο, ὁ Ἰωνάς παίρνει ἀπό τό Θεό ἐντολή νά πάει στή Νινευή, τή μεγάλη πρωτεύουσα τοῦ ἀσσυριακοῦ κράτους, καί νά κηρύξει μετάνοια στούς κατοίκους της. Αὐτός ὅμως δέν ὑπακούει, ἀλλά φεύγει μέ πλοῖο γιά τήν ἱσπανική πόλη Θαρσίς (τήν Ταρτησσό τῶν Ἑλλήνων). Στή διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ σηκώνεται μέ θεία βουλή φοβερή τρικυμία. Οἱ ναυτικοί, μετά ἀπό κλήρωση, ρίχνουν σάν ἔνοχο στή θάλασσα τόν Ἰωνά, πού τόν καταπίνει ἕνα τεράστιο ψάρι. Μέσα στήν κοιλιά του ὁ προφήτης προσεύχεται τρία μερόνυχτα στό Θεό, ὁ ὁποῖος προστάζει τό κῆτος νά τόν ξεράσει στή στεριά. Μετά ἀπ' αὐτό ὁ προφήτης ὑπακούει στή θεϊκή ἐντολή, πηγαίνει στή Νινευή καί ἀναγγέλλει τήν καταστροφή της, πού ἀποτρέπεται ὅμως μέ τή βαθειά μετάνοια τῶν κατοίκων της. Ὁ προφήτης λυπάται γιά τή σωτηρία της, ἀλλά παίρνει τό κατάλληλο δίδαγμα ἀπό τόν Κύριο.

Στό περιστατικό αὐτό εἶναι ἀφιερωμένος ἕνας συγκλονιστικός λόγος τοῦ κατανυκτικότατου ὁσίου Ἐφραίμ του Σύρου. Ἕνας λόγος μέ καυτή ἐπικαιρότητα, μιά καί ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα ζεί σήμερα στήν κατάσταση τῆς Νινευή: Σέ κατάσταση ἀνταρσίας ἀπέναντι στό Θεό καί τό νόμο Τοῦ.
Ἀλλά ὁ καρπός τῆς ἀνταρσίας καί τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ θάνατος. Στό θάνατο ὁδηγοῦσε τότε τόν Ἰωνά ἡ παρακοή του. Στό θάνατο ὁδηγοῦσε ἐπίσης τήν κοσμοκράτειρα Νινευή τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν της. Στό θάνατο ὅμως, μέ μεγαλύτερη ἀπό κάθε ἄλλη φορά βεβαιότητα, ὁδηγούμαστε κι ἐμείς σήμερα. Ἡ γῆ μας βρίσκεται ἀντιμέτωπη μέ τίς ἀπειλές ποικίλων καθολικῶν καταστροφών, ὅπως εἶναι, ἐνδεικτικά, τό πυρηνικό ὁλοκαύτωμα καί ἡ οἰκολογική φθορά καταστροφών, πού ἔχουν ὡς κύρια αἰτία τή γενική ἀποστασία μας ἀπό τό Θεό.
Ἄς ξυπνήσουμε ὅλοι οἱ σύγχρονοι Νινευΐτες ἀπό τήν πνευματική μας νάρκη καί ἄς ἑτοιμαστοῦμε. Ἄς ἀκούσουμε τή φωνή τοῦ Ἰωνά καί τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ. Γιατί δέν ξέρουμε τή μέρα καί τήν ὥρα, πού θά ἔρθει ὁ Κύριος νά κάνει τήν κρίση Τοῦ καί νά ζητήσει λόγο γιά τά ἔργα μας. Ὁ ἴδιος μᾶς προειδοποίησε: «Οἱ κάτοικοι τῆς Νινευή θ' ἀναστηθοῦν τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως μαζί μέ τή σημερινή γενεά καί θά τήν καταδικάσουν, γιατί ἐκεῖνοι μετανόησαν μέ τό κήρυγμα τοῦ Ἰωνά, ἐνῶ τώρα τό κήρυγμα τῆς μετάνοιας σας τό κάνω ἐγώ ὁ ἴδιος, πού εἶμαι πολύ ἀνώτερος ἀπό τόν Ἰωνά»(Ματθ. 12:41) -καί ἀλίμονο σ' ἐκείνους πού δέν θά τό ἀκούσουν...
Ὁ ΠΡΟΦΗΤΗΣ Ἰωνάς, ἀφοῦ σώθηκε ἀπό τά δόντια τοῦ κήτους και βγῆκε ἀπό τή θάλασσα, ἄρχισε νά κηρύσσει στούς κατοίκους τῆς Νινευή, πού ἦταν εἰδωλολάτρες. Ἀρχισε νά τούς κηρύσσει μετάνοια, ὅπως τόν εἶχε προστάξει ὁ Θεός. Τούς συμβούλευε νά μετανοήσουν, γιατί ἀλλιῶς σέ τρεῖς μέρες ἡ μεγάλη πόλη Νινευή θά καταστρεφόταν!
Τό φοβερό προφητικό κήρυγμα ξάφνιασε τούς Νινευίτες. Κατατρόμαξε τήν κυρίαρχη ἐκείνη πολιτεία, τή συγκλόνισε ἀπ' ἄκρη σ' ἄκρη. Κομμάτιασε τίς καρδιές καί τοῦ λαοῦ καί τῶν ἀρχόντων, γιατί κατέστρεφε τήν πόλη τους καί κάθε τους ἐλπίδα.
Ἀκουσαν τήν προφητική φωνή οἱ βασιλιάδες καί ταράχθηκαν. Τόσο ταπεινώθηκαν, πού πέταξαν τά στέμματά τους καί πόθησαν τή μετάνοια.
Τήν ἄκουσαν οἱ ἄρχοντες, καί θορυβήθηκαν. Ἔβγαλαν τά λαμπρά φορέματά τους κι ἔβαλαν τρίχινα καί ταπεινά.
Τήν ἄκουσαν οἱ γεροντότεροι, κι ἔχωσαν ἀπό συντριβή τά κεφάλια τούς μές στή στάχτη.
Τήν ἄκουσαν οἱ πλούσιοι, κι ἀμέσως ἄνοιξαν τούς θησαυρούς τους στούς φτωχούς.
Τήν ἄκουσαν οἱ δανειστές, καί ξέσχισαν ἀμέσως τα γραμμάτιά τους.
Τήν ἄκουσαν οἱ ὀφειλέτες, κι ἔτρεξαν νά ξοφλήσουν τά χρέη τους.
Τήν ἄκουσαν οἱ κλέφτες, κι ἔδιναν πίσω βιαστικά τά κλοπιμαῖα στούς δικαιούχους.
Τήν ἄκουσαν ὅμως καί οἱ δικαιοῦχοι, καί προσποιούνταν πώς τά κλεμμένα δέν ἤτανε δικά τους, ἀφήνοντάς τα ὅλα στούς κλέφτες.
Τήν ἄκουσαν οἱ φονιάδες, καί ἐξομολογούνταν τά ἐγκλήματά τους, καταφρονῶντας πιά τό φόβο τῶν δικαστών.

Τήν ἄκουσαν ὅμως καί οἱ δικαστές, καί τούς συγχώρεσαν, γιατί μέσα σ' ἐκείνη τήν ἀπερίγραπτη συγκίνηση κανείς δέν εἶχε τή δύναμη νά δικάσει.
Τήν ἄκουσαν οἱ ἁμαρτωλοί, καί ἐξομολογήθηκαν τίς κακές τους πράξεις.
Τήν ἄκουσαν οἱ δοῦλοι, κι ἔγιναν μέ τό παραπάνω τίμιοι ἀπέναντι στούς ἀφέντες τους.
Τήν ἄκουσαν οἱ πλούσιοι καί οἱ ἐπίσημοι, καί ἔριξαν τήν ἔπαρσή τους.
Κοντολογίς, ἄρχισε ὁ καθένας νά φροντίζει γιά τή σωτηρία του καί νά παρακαλεί τό Θεό. Δέν ὑπῆρχε πιά κανείς πού νά θέλει τό κακό τοῦ ἄλλου. Ὅλοι τώρα εἶχαν ἕνα μονάχα πόθο: Πῶς νά κερδίσουν τήν ψυχή τους. Καί ὅλοι ἔσπερναν φιλανθρωπία γιά νά θερίσουν τή συγχώρηση!
Ὁ προφήτης Ἰωνάς στάλθηκε σάν γιατρός στή Νινευή. Καί ὁ γιατρός ἀνοίγει τίς πληγές καί τίς καθαρίζει μέ φάρμακα στυπτικά.
Σάν νυστέρι χρησιμοποίησε τή φοβερή φωνή του. Δέν τούς κάλεσε νά μετανοήσουν. Τούς ἔκλεισε τελείως τη θύρα τῆς ἐλπίδας, γιά νά φοβηθοῦν καί νά σταματήσουν τά κακά, πού γεννούν τίς ψυχικές ἀρρώστιες. Γιατί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἔστειλε τόν Ἰωνά στήν πόλη γιά νά τήν καταστρέψει, μά γιά νά τή μεταστρέψει.
Ἀκουσε λοιπόν ἡ Νινευή τήν προειδοποίησή του, καί μέ νηστεῖες καί προσευχές ἐπέστρεψε στό σωστό δρόμο τῆς ζωῆς, δείχνοντας πόσα κατορθώνει ἡ καταφυγή στό Θεό. Γιατί αὐτή ἄλλαξε τήν ἀπό­φασή Τοῦ.
Σταμάτησαν τά πολυτελή δείπνα τῶν ἀρχόντων... Ἀλλά τί λέω; Ἀφοῦ τά βρέφη τους ἔπαψαν νά θηλάζουν, ποιός θά 'ταν ἐκεῖνος πού θ' ἀναζητοῦσε τήν ἀπόλαυση τῶν νόστιμων φαγητών; Ἀφοῦ στά ζώα τους δέν ἔδιναν νερό, ποιός ἀπ' αὐτούς θά ἔπινε κρασί; Ἀφοῦ ὁ βασιλιάς φόρεσε τρίχινο σάκκο, ποιός θά ντυνόταν μέ πολύτιμη φορεσιά; Ἀφοῦ ἔβλεπαν τίς γυναῖκες τοῦ δρόμου νά σωφρονούν, ποιός θά ἔκανε γάμο ἤ θά πάντρευε τά παιδιά του; Ἀφοῦ οἱ ἀκατάστατοι συμμαζεύονταν ἀπό τό φόβο, ἀπό ποιό στόμα θά 'βγαινε γέλιο; Ἀφοῦ ὅλοι ἔκλαιγαν καί πενθούσαν, ποιός θά διασκέδαζε; Ἀφοῦ οἱ κλέφτες αὐτοτιμωρούνταν γιά τίς κλοπές τους, ποῦ θά βρισκόταν καταχραστής; Ἀφοῦ ἡ πόλη χανόταν, ποιός θά φύλαγε τό σπίτι του;
Τό χρυσάφι ἦταν ριγμένο καταγής, καί ὅλοι τό περιφρονούσαν. Ἀνοιχτά ἦταν τά θησαυροφυλάκια, καί κανείς δέν τά πλησίαζε. Οἱ ἀκόλαστοι ἔκλειναν τά μάτια τους, γιά νά μή δούν μέ πόθο τίς ὀμορφιές τῶν γυναικῶν. Καί οἱ γυναῖκες κρύβονταν γιά νά μή σκανδαλίζουν τούς ἄνδρες.
Ὁ καθένας κοίταζε νά ὠφελήσει τόν διπλανό του καί νά ὠφεληθεῖ κι ὁ ἴδιος, γιά νά σωθοῦν στό τέλος ὅλοι. Ὁ καθένας παρακινοῦσε τόν ἄλλο σέ προσευχή καί ἐξομολόγηση. Ὁ καθένας πρόσεχε νά μήν ἁμαρτήσει κανείς τους. Ἔτσι ὁλόκληρη ἡ πόλη ἔγινε σάν ἕνα σώμα. Δέν προσευχόταν ἐκεῖ κανένας νά σωθεῖ μονάχος του, ἀλλά ἱκέτευε γιά τή σωτηρία ὅλων. Γιατί ὅλοι, σάν ἕνας ἄνθρωπος, κινδύνευαν ἀπ' τόν ἀφανισμό καί τήν καταστροφή. Οἱ δίκαιοι παρακαλούσαν γιά τούς ἁμαρτωλούς. Καί οἱ ἁμαρτωλοί φώναζαν στό Θεό ν' ἀκούσει τούς δικαίους.
Συμμάζεψε τό νού σου, ἀδελφέ μου, καί δές πώς ὅλοι μαζί ζούσαν μέσα σέ βαρύ πένθος. Τό σπαραξικάρδιο κλάμα τῶν νηπίων ἔκανε ὅλη τήν πόλη νά ὀδύρεται. Τό ξεφωνητό τῶν παιδιών ξέσχιζε τίς καρδιές τῶν γονιών. Οἱ γέροι μαδούσαν τά μαλλιά τους. Κι οἱ νέοι, βλέποντάς τους, θρηνολογούσαν μέ κραυγές. Γιατί ὅλοι ἔβλεπαν νά πεθαίνουν μαζί την ἴδια στιγμή, θάβοντας ὁ ἕνας τόν ἄλλο.
Πρωί καί βράδυ μετρούσαν τίς ἡμέρες πού ἀπόμεναν ἀπό τήν προθεσμία του Ἰωνά... Ἀλλη μιά μέρα πέρασε! Ἐλάχιστες εἶχαν ἀκόμα! Πλησίαζε ἡ καταστροφή!
Τά παιδιά ρωτούσαν τούς πατεράδες μέ δάκρυα: "Πέστε μας, ποιά εἶν' ἡ ὥρα πού ὁ Ἑβραῖος ὅρισε νά κατεβοῦμε ὅλοι μαζί ζωντανοί στόν ἅδη; Πότε θ' ἀφανιστεί ἡ ὡραία μας πόλη; Ποιά εἶν' ἡ μέρα τῆς καταστροφής μας;". Κι οἱ πατεράδες, μέ κόπο συγκρατῶντας το κλάμα τους, γιά νά μήν ἀπελπίσουν τά παιδιά τους καί τά στείλουν στόν τάφο μιά ὥρα ἀρχύτερα, τούς ἔλεγαν παρηγορητικά: "Μή φοβάστε, ἀγαπημένα μας. Ἔχετε θάρρος. Ὁ Κύριος εἶναι πολύ φιλάνθρωπος. Δέν θά ἐξαφανίσει τό πλάσμα Τοῦ. Ἄν ἕνας ζωγράφος φροντίζει καί συντηρεί μέ κάθε ἐπιμέλεια τήν ἄψυχη εἰκόνα πού φιλοτεχνεί, δέν θά φυλάξει ὁ Κύριος τήν ἔμψυχη καί λογική εἰκόνα Τοῦ; Ὄχι, δέν θά καταστραφεί ἡ πόλη μας! Ἁπλά ὁ προφήτης, μέ τήν ἀπειλή, μᾶς καλεί σέ μετάνοια. Ἐσείς, παιδιά μας, πόσες φορές φάγατε ξύλο ἀπό μᾶς; Εἴδατε τήν ὠφέλεια τῆς φοβέρας; Μέ τήν τιμωρία γίνατε πιό σοφοί καί συνετοί. Σάν πατέρας λοιπόν καί ὁ φιλάνθρωπος Θεός σηκώνει τό ραβδί Τοῦ, γιά νά φοβίσει καί νά σωφρονίσει τούς γιούς Τοῦ. Παιδεύει μά δέν θανατώνει. Συνετίζει καί ὁδηγεῖ στή μετάνοια... Παρηγορηθεῖτε, παιδιά, καί σταματῆστε νά κλαῖτε. Δέν θ' ἀφανιστεί ἡ πόλη μας...".
Καί νά πού οἱ Νινευίτες, παρηγορῶντας μέ τέτοια λόγια τά παιδιά τους, προφήτευαν χωρίς νά τό θέλουν. Ἔγιναν ἀληθινοί προφῆτες. Ἡ μετάνοια τούς ἔκανε προφῆτες. Ἐκεῖνοι, ὡστόσο, δέν τό ἤξεραν. Γι' αὐτό καί δέν σταμάτησαν νά κλαῖνε καί νά πενθοῦν. Μέ αὐστηρή νηστεία καί μέ ἀδιάκοπες προσευχές περνούσαν τίς λίγες μέρες τῆς προθεσμίας ὡς τήν καταστροφή, πού τούς εἶχε ἀναγγείλει ὁ προφήτης.
Βγῆκε ὁ βασιλιάς ἀπ' τό παλάτι του, καί ἡ πόλη ὁλόκληρη ζάρωσε ἀπό τό φόβο της, βλέποντάς τον ντυμένο μέ τρίχινο σάκκο. Εἶδε κι ὅ βασιλιάς τήν πόλη βυθισμένη στό θρῆνο, καί βούρκωσαν τά μάτια του. Ἔκλαψε ἡ πόλη γιά τό βασιλιά, ὅταν εἶδε τή συντριβή του. Ἔκλαψε κι ὁ βασιλιάς γιά τήν πόλη, ὅταν εἶδε τό πένθος της. Κι ἦταν τόσο τό κλάμα, τόσος ὁ ὀδυρμός του, πού ἔκανε καί τίς πέτρες νά ραγίζουν.
Ἄν τώρα παραβάλουμε τή μετάνοια τῶν Νινευϊτῶν μέ τή δική μας, αὐτή μοιάζει μέ ὄνειρο καί σκιά, πού φεύγει καί χάνεται γρήγορα. Ποιός ἀπό μᾶς προσευχήθηκε ἔτσι; Ποιός παρακάλεσε μέ τέτοιο τρόπο; Ποιός ταπεινώθηκε τόσο ἀφάνταστα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Ποιός ἔβγαλε ἀπό πάνω του τίς φανερές καί κρυφές του πράξεις; Ποιός, στό ἄκουσμα μιᾶς ἁπλῆς φωνῆς, μετανόησε τόσο πολύ γιά τίς ἁμαρτίες του, πού ἔνιωσε τήν καρδιά του νά ραγίζει ἀπό τήν πολλή συντριβή; Ποιός ἄκουσε ἕνα λόγο καί θόλωσε ὁ νούς του; Ποιός ἄκουσε μιάν ἀπειλή καί στερέωσε μέσα του τή μνήμη τοῦ θανάτου; Ποιός ἀντίκρυσε μέ τή μετάνοια μπροστά του τόν φιλάν­θρωπο Θεό;
Ὅλοι μαζί λοιπόν πενθούσαν, γιατί ὅλοι ἄκουσαν πώς οἱ μέρες τους τελείωναν μιά γιά πάντα. Ζωντανή κλήθηκε ὅλη ἡ πόλη νά κατεβεί στόν ἅδη!
Ὁ βασιλιάς συγκέντρωσε τό στρατό του κι ἄρχισε μέ δάκρυα στά μάτια νά τούς λέει:
"Σέ πόσους πολέμους νίκησα! Καί πόσες φορές δοξαστήκατε κι ἐσείς μαζί μου, πολεμῶντας γενναῖα ἐναντίον τῶν ἐχθρών! Τώρα ὅμως δέν ἔχουμε νά κάνουμε συνηθισμένο πόλεμο. Νικήσαμε πολλά ἔθνη καί λαούς, μά σέ τούτη τήν περίσταση κινδυνεύουμε νά νικηθοῦμε ἀπό ἕναν ἄσημο Ἑβραῖο! Ἡ βροντερή φωνή μας τρόμαξε στρατηγούς καί βασιλιάδες, καί τώρα ἡ φωνή αὐτοῦ τοῦ ἀσήμαντου ἀνθρώπου μᾶς προξενεί τόση φρίκη! Ἐμείς ἐρημώσαμε τόσες πόλεις, καί τώρα μέσα στή δική μας πόλη κυριαρχεί ἕνας ξένος!
"Ἡ Νινευή, ἡ μάνα τῶν γιγάντων, ἔπεσε σέ τέτοια ταραχή μέσα στά ἴδια της τά τείχη ἀπό τήν παρουσία ἑνός Ἑβραίου! Στήν οἰκουμένη ὁλόκληρη βρυχιόταν ἡ φοβερή λέαινα, ἡ Νινευή. Καί τώρα ἕνας Ἰωνάς βρυχιέται ἐναντίον της!
"Ἄς μήν ἀδρανήσουμε, φίλοι μου, στή δύσκολη αὐτή στιγμή, οὔτε καί νά χαθοῦμε σάν ἄνανδροι καί δειλοί. Γιατί ὅποιος ὑπομένει μέ ἀνδρεία τόν πειρασμό, κερδίζει δυό πράγματα: Καί ὅσο ζεί δοξάζεται, καί ἀφοῦ πεθάνει ἐπαινεῖται σάν ἀνδρεῖος καί γενναῖος ἀθλητής. Ἄς δυναμώσουμε λοιπόν καί ἄς ἀντισταθοῦμε γενναῖα. Ἄς ἀγωνιστοῦμε μ' ὅλη μας τή δύναμη. Ἔτσι, κι ἄν δέν νικήσουμε, ἄς πεθάνουμε ἡρωικά, ἀφήνοντας πίσω μας δοξασμένο ὄνομα.
"Ἔχουμε ἀκούσει, πώς ἡ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ ἀπειλεί τούς κακούς καί τούς ὁδηγεῖ σέ συναίσθηση, ἐνῶ ἡ φιλανθρωπία Τοῦ χαρίζει σωτηρία. Ἄς φοβηθοῦμε λοιπόν τή δικαιοκρισία Τοῦ καί ἄς αὐξήσουμε τήν εὐσπλαχνία Τοῦ. Ἄν ἐξιλεωθεῖ ἡ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ, τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμών Τοῦ θά εἶναι μαζί μας.
"Ἄς μήν καταφρονήσουμε τόν Ἰωνά. Ἄς μήν παρακολουθοῦμε τό κήρυγμά του ἐπιπόλαια. Μπροστά σέ ὅλους τόν ρώτησα ἐπανειλημμένα, γιά νά δοκιμαστούν τά λόγια του. Τόν κολάκεψα, μά δέν τόν ἔπεισα. Τόν φοβέρισα, μά δέν τόν ἔκανα νά δειλιάσει.
Τοῦ πρόσφερα πλούτη, ἀλλά μέ περιγέλασε. Τόν ἀπείλησα μέ τό σπαθί, καί τό εἰρωνεύτηκε. Οὔτε οἱ ἀπειλές οὔτε τά δώρα χαλάρωσαν τό φρόνημά του.
"Ὁ λόγος του ἔγινε γιά μᾶς καθρέφτης. Εἴδαμε νά κατοικεί μέσα του ὁ Θεός καί ν' ἀπειλεί τίς πονηρές πράξεις μας. Ἦρθε σ' ἐμᾶς σάν ἕνας εὐσυνείδητος γιατρός, πού λέει πάντα στόν ἄρρωστο τήν ἀλήθεια. Δέν διστάζει νά πεί ὅτι χρειάζεται χειρουργική ἐπέμβαση.
"Ποιός θά μποροῦσε νά χαρακτηρίσει ψεύτη αὐτόν πού προφητεύει συμφορά; Ἄν ἦταν ψεύτης, θά μᾶς μιλοῦσε διπλωματικά καί μέ ἐπιφανειακή εὐγένεια. Ἄν διαλαλοῦσε πώς θά ἔχουμε νίκες καί εἰρήνη, τότε θά τόν ὑποπτευόμασταν σάν κάποιον αἰσχροκερδή, πού προφητεύει δῆθεν καλά γιά μᾶς, ἀποβλέποντας σέ δώρα καί ἀπολαυές. Αὐτός ἐδῶ ὅμως οὔτε λίγο ψωμάκι δέν δέχεται ἀπό τά χέρια μας. Νηστεύει καί προσεύχεται. Ἴσως φιλοδοξεί νά καταστραφεί ἡ πόλη μας, γιά νά μή διαψευσθεῖ τό κήρυγμά του. Ἔ λοιπόν, κι ἐμείς μέ νηστεία καί προσευχή ἄς τοῦ ἐναντιωθοῦμε, γιατί δέν εἶν' ἐκεῖνος πού ἁμάρτησε, ἀλλά ἐμείς.
"Τήν πόλη μας, φίλοι μου, δεν την καταστρέφει ὁ προφήτης. Τήν καταστρέφουν τά ἄνομα ἔργα μας. Ἐχθρός μας δέν εἶν' ὁ Ἰωνάς. Ἔχουμε ἄλλον ἐχθρό, ἀόρατο, πανοῦργο. Μ' αὐτόν πρέπει νά πολεμήσουμε γενναῖα. Ἔχουμε ἀκούσει γιά τ' ἀγωνίσματα τοῦ δίκαιου Ἰώβ. Γνωστή εἶναι ἡ δοκιμασία του, πού κήρυξε σάν σάλπιγγα σ' ὅλη τήν οἰκουμένη τή νίκη τοῦ ἐναντίον τοῦ διαβόλου. Ἄν λοιπόν ὁ διάβολος πολε­μάει τόσο σκληρά τούς δικαίους, πόσο θά πολεμήσει ἄραγε ἐμᾶς, τούς ἁμαρτωλούς;
"Ἐμείς νικήσαμε βασιλιάδες στόν πόλεμο. Ἄς νικήσουμε τώρα τό σατανά μέ τή μετάνοιά μας. Ἐμπρός, ἄς ἀναμετρηθοῦμε μαζί του! Βγάλτε τους θώρακες καί βάλτε σάκκους τρίχινους! Πετάξτε τά τόξα καί τρέξτε στίς προσευχές! Ἀφῆστε τά σπαθιά κι ἁρπάξτε τήν πίστη! Σπάστε τά βέλη καί πιάστε τή νηστεία!...
"Ἄν νικήσουμε τό σατανά, θά εἶν' ἡ νίκη μας ἡ μεγαλύτερη ἀπ' ὅλες μέχρι τώρα. Καί ὅπως ἔμπαινα ἐγώ πρῶτος στούς ἄλλους πολέμους, ἔτσι καί σέ τοῦτον τώρα μπαίνω πρῶτος".
Μ' αὐτά τά λόγια, πέταξαν τούς χιτῶνες τους οἱ στρατιωτικοί κι ἔβαλαν σάκκους, ὅπως ὁ βασιλιάς. Κι ἦταν ντυμένοι ὅλοι τώρα ταπεινά, αὐτοί πού πάντα ἦταν λαμπροφορεμένοι.
Σκόρπισε κήρυκες ὁ βασιλιάς, πού καλούσαν ὅλη τήν πόλη σέ μετάνοια, φωνάζοντας: "Νά ἐγκαταλείψει ὁ καθένας την κακία του, γιά νά μήν πληγωθεῖ καί σκοτωθεῖ σ' αὐτόν τόν πόλεμο. Ὁ ἅρπαγας νά ἐπιστρέψει αὐτά πού ἅρπαξε. Ὁ ἄσωτος νά σωφρονιστεί. Ὁ ὀργίλος νά γίνει πράος. Κανένας νά μή μνησικακεί. Κανένας νά μήν καταριέται. Κανένας νά μήν κακοκαρδίζει οὔτε νά κακολογεῖ τόν ἄλλον. Ἄν ἐμείς συγχωρέσουμε τά σφάλματα τῶν συνανθρώπων μας, τότε καί ὁ Θεός θά συγχωρέσει τά δικά μας σφάλματα. Ἐμπρός λοιπόν, ἄς ὁπλιστοῦμε μέ νηστεῖες καί προσευχές κι ἄς ἀγωνιστοῦμε ὅλοι μαζί μέ ἀνδρεία καί γενναιότητα γιά τή σωτηρία μας".
Μέ τό διάγγελμα αὐτό ὁ βασιλιάς ἔφερε στό λαό του τήν ἀγάπη, τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα, πού ἔχουν πολλή δύναμη καί προσφέρουν ἀνακούφιση καί χαρά.
Ἔτσι ὁ γιός τοῦ γενναίου γίγαντα Νεβρώδ ἐγκατέλειψε τά κυνήγια καί, ἀντί γι' ἄγρια ζώα, ἄρχισε νά κυνηγάει καί νά χτυπάει τά πάθη του. Ἀντί γιά ἀγρίμια, ἔσφαξε τίς αἰσχρές ἁμαρτίες. Ἀφήνοντας τά ἔξω θηρία, πολεμοῦσε τήν πονηριά πού εἶχε μέσα του. Κατεβαίνοντας ἀπό τό καταστόλιστο ἅρμα του, τριγυρνοῦσε μέ τά πόδια στήν πόλη καί καλοῦσε ὅλους σέ μετάνοια. Ἀπ' ἄκρη σ' ἄκρη διέσχιζε τή Νινευή καί πάσχιζε νά τήν καθαρίσει ἀπ' τή βρωμιά τῆς ἁμαρτίας.
Βλέπει ὁ Ἰωνάς αὐτή τήν ἀπίστευτη μετάνοια καί τά χάνει. Θαυμάζει τούς Νινευΐτες καί ταυτόχρονα πενθεῖ γιά τούς Ἰσραηλίτες. Εἶδε τούς ἀπογόνους τῆς Χαναάν νά δικαιώνονται μέ τήν πίστη, καί τούς ἀπογόνους τοῦ Ἀβραάμ νά ἔχουν προδώσει τό Θεό. Εἶδε τή Νινευή νά μετανοεί πικρά, καί τή Σιῶν νά πορνεύει μέ μανία. Εἶδε ἁμαρτωλές τῆς Νινευή νά σωφρονούν, καί θυγατέρες τοῦ Ἰακώβ νά ἀσωτεύουν. Εἶδε στή Νί­νευή ψεῦτες νά κηρύσσουν τήν ἀλήθεια, καί στή Σιῶν ψευδοπροφῆτες νά παρασύρουν μέ δόλο τό λαό στήν εἰδωλολατρία. Στή Νινευή τά εἴδωλα γκρεμίστηκαν στά φανερά, ἐνῶ στήν Ἱερουσαλήμ λατρεύονταν στά κρυφά. Ἡ Νινευή ἔγινε ναός καί ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τῶν Ἱεροσολύμων ὁ ναός κατάντησε σπήλαιο ληστών.
Βλέπει ὁ Ἰωνάς τούς Νινευΐτες νά εἶναι πιό μυαλωμένοι καί θεοσεβείς. Κι ἐνῶ ὁ ἴδιος μέ τήν ἀπειλή του τούς ἔκοβε τήν ἐλπίδα, ἡ νηστεία τους τήν πολλαπλασίαζε καί τούς ὑποσχόταν ζωή. Βλέπει ὁ προφήτης τή μετάνοια καί φοβάται μήπως βγεί ψεύτικο τό κήρυγμά του. Αὐτός μετράει τίς μέρες καί τίς νύχτες ὡς τήν καταστροφή, ἐνῶ οἱ Νινευΐτες μετρούν τίς ἁμαρτίες τους. Στέκονται στό στόμα τοῦ θανά­του και τρέμοντας χτυπούν τίς πύλες τοῦ ἅδη, περιμένοντας τή δίκαιη ὀργή τοῦ Θεοῦ, μά δέν παύουν νά ἐλπίζουν καί στό ἄπειρο ἔλεός Τοῦ. Αἰσθάνονται πώς ὁ Θεός εἶναι πολυέλεος καί δείχνει τήν ἀγάπη καί τήν εὐσπλαχνία Τοῦ σ' ὅσους μετανοούν. Νιώθουν πώς ὁ προφήτης εἶναι σκληρός, ἐνῶ ὁ Θεός φιλάνθρωπος. Γι' αὐτό ἀφήνουν τόν σκληρό καί καταφεύγουν στόν Εὔσπλαχνο. Σ' Ἐκεῖνον, πού σηκώνει τό ραβδί Τοῦ γιά νά φοβερίσει καί ὄχι γιά νά συντρίψει, γιά νά παιδαγωγήσει καί ὄχι γιά νά θανατώσει.
Συνέχεια λοιπόν νήστευαν καί ἀδιάκοπα παρακαλούσαν. Δέν στέγνωσαν τά μάτια τους ἀπ' τῆς μεταμέλειας τά δάκρυα. Δέν κουράστηκε ἡ γλῶσσα τους νά ἐκλιπαρεί τό θεῖο ἔλεος. Μέ τή μετάνοια ἔδεσαν τή νηστεία καί μέ τή νηστεία τήν καθαρότητα καί τή σωφροσύνη.
Ὅταν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶδε αὐτά τά πράγματα, σπλαχνίστηκε τούς Νινευΐτες κι ἔστειλε πάνω τους τή δροσιά τῆς ζωῆς καί τῆς συμπάθειάς Τοῦ. Γιατί ὁ Κύριος, ὡς φιλάνθρωπος καί ἀγαθός καί μακρόθυμος πού εἶναι, δέν θέλει τό θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλά τήν ἐπιστροφή καί τή μετάνοια καί τή σωτηρία του.
Ἔφτασε ὅμως καί ἡ μέρα τῆς γενικῆς καταστροφής τους. Καί γέμισε κλάματα ἡ πολιτεία. Τό χώμα τῆς γῆς ἀπό τήν πλημμύρα τῶν δακρύων εἶχε γίνει σάν πλίθρα.
Σήκωσαν οἱ πατεράδες τά παιδιά τους, γιά νά θρηνήσουν μαζί τον πικρό τους θάνατο. Γέροντες καί γερόντισσες πήγαν νά κλάψουν στούς τάφους, ὅπου κανένας δέν ὑπῆρχε οὔτε γιά νά θάψει οὔτε γιά νά θαφτεί. Οἱ θρηνητικές κραυγές ὅλων ὑψώθηκαν ὡς τούς οὐρανούς. Ὁ ἕνας ρωτοῦσε τόν ἄλλο μέ ἀγωνία: "Ποιά νά 'ναι ἡ ὥρα, πού ὅρισε ὁ Θεός νά κατεβοῦμε ὅλοι μαζί στόν ἅδη; Μέ ποιό τρόπο θά ἔρθει ὁ θάνατος;...".
Κόντευε νά βραδιάσει. Στάθηκαν οἱ Νινευΐτες στή θέση τοῦ θανάτου και, κρατῶντας ὁ ἕνας τό χέρι τοῦ ἄλλου, θρηνούσαν ὅλοι γιά ὅλους.
Ἀναρωτιόντουσαν, σέ ποιά στιγμή θ' ἀκουγόταν ἡ φωνή τοῦ ἐξολοθρεμοῦ τους. Νόμιζαν πώς τό βράδυ θά καταστρεφόταν ἡ πόλη. Περίεργο, ὅμως! Ἔφτασε τό βράδυ, καί δέν εἶχαν πάθει τίποτα. Ὕστερα νόμισαν ὅτι τή νύχτα θά παραδοθοῦν στό χάος. Μά καί ἡ νύχτα πέρασε, καί πάλι τίποτα! Περίμεναν, τέλος, πώς θά χαθοῦν ἐξάπαντος τό πρωί. Νά, ὅμως, πού τό πρωί ἦρθε, καί τό κακό δέν ἔγινε!...
Ε, τώρα πιά ὅλα ἄλλαξαν! Τήν ὥρα πού νόμιζαν πώς δέν θά ὑπάρχουν, ἡ ἐλπίδα τους ἔγινε βεβαιότητα καί ἡ βεβαιότητα χαρά. Ἡ ἀτμόσφαιρα, ἀπό σκυθρωπή, ἔγινε λαμπρή καί γιορταστική. Ὅλοι μαζί, μέ συγγενείς καί φίλους, δέν ἤξεραν πῶς νά ἐκφράσουν τή χαρά τους, πῶς νά δοξάσουν τό Θεό, πού τούς ἐλέησε, πού δέχτηκε τή μετάνοιά τους.
Ὁ Ἰωνάς στεκόταν καί παρακολουθοῦσε ἀπό μακριά, γεμάτος φόβο μήν ἀποδειχθεῖ ψεύτης. Μά ἡ προσδοκία του δέν πραγματοποιήθηκε. Γιατί ὁ ἀγαθός Θεός, βλέποντας τά δάκρυα τῆς μετάνοιας τῶν Νινευϊτῶν, τούς σπλαχνίστηκε καί ξαναζωντάνεψε τή νεκρή πόλη. Γιατί, ἄν καί δέν εἶχαν πεθάνει, ὅμως, μέ τό νά περιμένουν ἕναν τόσο σύντομο καί κακό θάνατο, εἶχαν γίνει σάν νεκροί.
Τώρα τους ζωοποίησαν ἡ ἐλπίδα κι ἡ χαρά, γιατί εἶδαν τή θεϊκή ὀργή νά ἔχει μεταβληθεῖ σέ ἔλεος. Γονάτισαν λοιπόν σέ προσευχή καί, μέ τά χέρια ὑψωμένα στόν οὐρανό, εὐχαριστούσαν τό Θεό, πού τούς ἔσωσε ἀπροσδόκητα ἀπό τό θάνατο καί μέ τήν εὐσπλαχνία Τοῦ τούς χάρισε τή ζωή.
Ὁ Ἰωνάς ὅμως, βλέποντας ὅτι, μέ τό νά σωθοῦν οἱ Νινευΐτες, βγῆκε ψεύτης, ἦταν ὑπερβολικά λυπημένος. Ὅταν τόν εἶδαν σ' αὐτή τήν κατάσταση, ἄρχισαν νά τόν καλοπιάνουν καί νά τοῦ λένε: "Μή λυπάσαι, Ἰωνά. Νά χαίρεσαι, γιατί ἐξ αἰτίας σοῦ βρήκαμε καινούργια ζωή. Ἐξ αἰτίας σοῦ γνωρίσαμε τό Θεό, τόν πλάστη καί δημιουργό μας. Μή φοβάσαι, δέν φάνηκες ψεύτης, γιατί καταστράφηκε ἡ κακία μας καί οἰκοδομήθηκε ἡ πίστη μας. Μέ τήν ὑπόδειξή σου βρήκαμε τή μετάνοια καί ἀπολαύσαμε ὅ,τι χρειαζόταν γιά τή σωτηρία μας ἀπό τούς θησαυρούς τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ. Πές μας, Ἰωνά, τί θά ὠφελοῦσε ἄν εἶχε καταστραφεί ἡ πόλη μας; Ἄν εἴχαμε πεθάνει ὅλοι; Τί εἶχες νά κερδίσεις, γιέ τοῦ Ἀμαθεῖ, ἄν μᾶς εἶχε καταπιεί ὅλους ὁ ἅδης; Λυπάσαι ἐσύ, πού μᾶς θεράπευσες ἀπό τά κακά; Ἐμείς σ' εὐχαριστοῦμε μᾶλλον ὡς εὐεργέτη. Γιατί λοιπόν ἀναστενάζεις; Ἐπειδή κόπιασες γιά νά ἔρθει ἡ πόλη ὄχι στήν καταστροφή, ἀλλά στή θεογνωσία; Καί γιατί πενθείς; Ἐπειδή σωθήκαμε μέ τή μετάνοια; Μά ἐσύ τώρα ἔχεις στεφανωθεῖ. Καί αὐτό πρέπει νά σέ γεμίζει χαρά. Χαροποίησες τούς ἀγγέλους στά ἐπουράνια. Πρέπει νά χαρείς κι ἐσύ στή γῆ, ἀφοῦ κι ὁ ἴδιος ὁ Θεός χαίρεται τώρα γιά μᾶς...".
                          
Ἄς δοξάσουμε κι ἐμείς τό Θεό, πού μᾶς παρέχει παράδειγμα μετάνοιας καί ἀρραβώνα σωτηρίας μέσῳ τῶν Νινευϊτῶν  ( ΕΑΝ ΜΕΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗΝ  ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ). Γιατί ὅπως ἔσωσε τότε ἐκείνους μέ τόν Ἰωνά, ἔτσι τώρα καί πάντοτε σώζει τό λαό Τοῦ μέ τόν Υἱό Τοῦ τόν μονογενή καί καταργεί τόν ἰσραηλιτικό λαό, τήν ἄκαρπη συκιά, πού ἐμποδίζει τά ἔθνη νά σώζονται ἀπό τούς καρπούς τῆς μετάνοιας στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὅποιο ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἁγιο Πνεύμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου